Перевод: с греческого на английский

с английского на греческий

τέρματα νίκης

  • 1 τέρμα

    A end, boundary, chiefly poet.:
    I goal round which horses and chariots had to turn at races,

    περὶ τέρμαθ' ἑλισσέμεν Il.23.309

    ; περὶ τ. βαλούσας, εὖ σχεθέειν περὶ τέρμα, ib. 462, 466; τέρματα θεῖναι or σημῆναι, ib. 333, 358;

    ἔστασεν ἐν τέρμασιν ἀγῶνος Pi.P. 9.114

    ; τ. δωδεκάγναμπτον, i.e. doubled twelve times, Id.O.3.33; δρόμου τέρματα dub. l. in S.El. 686; ἐξωτέρω ἀποκάμπτειν τοῦ τ. Arist. Rh. 1409b23.
    3 metaph., issue, event, A. Ag. 781, 1177 (both lyr.).
    II generally, end, limit,

    δολιχῆς τ. κελεύθου Id.Pr. 286

    (anap.), cf. 706, 823; ποῦ τὸ τ. τῆς φυγῆς; Id.Eu. 422: pl.,

    ὁδοῦ τέρματα Thgn.1166

    ; ἐπὶ τέρμασι τοῖσι ἐκείνης (sc. τῆς Εὐρώπης) Hdt.7.54; συνάγουσι τὰ τέρματα (oftwo rivers) they contract their bounds, i.e. draw together and so contract the space between them, Id.4.52: metaph., πλούτου τέρμα a limit to wealth, Thgn. 227.
    2 end, in point of time or distance, ἐπὶ τέρμ' ἀφίκετο reached the limit, was at the end, S.Aj.48; Ἑρμῆς σφ' ἄγει.. πρὸς αὐτὸτ. Id.El. 1397 (lyr.); βιότουτ. the term or end of life, death, Simon. 85.13; τ. βίου or τοῦ βίου, A.Fr. 362, S.OT 1530 (troch.), E.Alc. 643; γήρως ἐσχάτοις πρὸς τ. Id.Andr. 1081; τ. μόχθων, πόνων, ἄθλου, A.Pr. 100 (anap.), 186 (lyr.), 259;

    Σισύφου πέτρος ἀνήνυτος, οὗ τὰ τέρματα αὖθις ἄρχει πόνων Pl.Ax. 371e

    ; ἐπὶ τέρματι at last, A.Eu. 633: also τέρμα abs., like τέλος, Ps.-Phoc.138.
    3 culmination, highest point, goal, τ. ἀέθλων prize, Pi.I.4(3).85(67);

    κακῶν E.Supp. 369

    (lyr.);

    πρὸς τέρμασιν ὥρας Ar.Av. 705

    ;

    τέρματα νίκης Archestr. Fr.34.10

    ;

    τ. τέχνης Parrhas. 2

    ; ὑγιείας ἀκόρεστον τ. the bounds of health are insatiable, A.Ag. 1002 (lyr.);

    ἀγχόνης τέρματα Id.Eu. 746

    ; θανάτου τ. E.Hipp. 140 (lyr.).
    4 highest power, supremacy, τ. Κορίνθου ἔχειν to be sovereign of Corinth, Simon.112;

    θεοὶ.. πάντων τέρμ' ἔχοντες E.Supp. 617

    (lyr.); σωτηρίας γὰρ τέρμ' ἔχεις ἡμῖν μόνη you are the arbiter.., Id.Or. 1343; τ. τῆς σωτηρίας final pledge.., S.OC 725;

    δαίμονες οἳ φιλίης τέρματ'.. ἔχετε AP12.170

    (Diosc.). (Cf. τέρμων, τέρθρον, Skt. tárati, tiráti 'cross, win through, overcome', Lat. terminus, trans, in-trare.)

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > τέρμα

  • 2 περί

    περί, Thess., Delph. περ IG9(2).517.17 (iii B.C.), al., Schwyzer 323 A4 (v/iv B.C.), also [dialect] Aeol., v. infr. A. V ; Elean παρ ib.413.4: Prep. with gen., dat., and acc.:—
    A round about, all round (prop. different from ἀμφί, on both sides). (Cogn. with Skt. pári 'round about'.)
    A WITH GENITIVE,
    I of Place, sts. in Poets, round about, around,

    τετάνυστο π. σπείους ἡμερίς Od.5.68

    ;

    τείχη π. Δαρδανίας E. Tr. 818

    (lyr., s.v.l.);

    εἴλυμα π. χροός A.R.2.1129

    : rarely, like ἀμφί, on both sides, v. περιβαίνω 1 fin.
    2 about near,

    π. σοῦ πάντα γένοιτο ῥόδα IG14.2508

    ([place name] Nemausus).
    II to denote the object about or for which one does something:
    1 with Verbs of fighting or contending, π. τινός for an object—from the notion of the thing's lying in the middle to be fought about, π. τῶνδε for these prizes, Il.23.659 ;

    π. πτόλιος.. μαχήσεται 18.265

    ; π. Πατρόκλοιο θανόντος ib. 195, cf. 17.120;

    π. σεῖο 3.137

    ;

    π. νηὸς ἔχον πόνον 15.416

    ; ἀμύνεσθαι π. πάτρης, π. νηῶν, π. τέκνων, 12.243, 142, 170, etc.; δόλους καὶ μῆτιν ὕφαινον, ὥς τε π. ψυχῆς since it was for my life, Od.9.423 ;

    π. ψυχῆς θέον Ἕκτορος Il.22.161

    ;

    π. ψυχέων ἐμάχοντο Od.22.245

    ; in Prose, τρέχειν π. ἑωυτοῦ, π. τῆς ψυχῆς, Hdt.7.57,9.37;

    ἀγῶνας δραμέονται π. σφέων αὐτῶν Id.8.102

    ;

    νεναυμάχηκε τὴν π. τῶν κρεῶν Ar. Ra. 191

    ; <

    τὸν> π. τοῦ παντὸς δρόμον θέοντες Hdt.8.74

    ; κινδυνεύειν π. τινός ibid., etc.;

    οὐ π. τῶν ἴσων ὁ κίνδυνός ἐστι X.HG7.1.7

    ; and without a Verb,

    π. γῆς ὅρων διαφοραί Th.1.122

    ;

    π. πάντων ἀγαθῶν ὁ ἀγών X.Cyr. 3.3.44

    , cf. S.Aj. 936(lyr.), etc.;

    μάχη π. τινός Pl.Tht. 179d

    ;

    ἐπειγόμενοι π. νίκης Il.23.437

    , cf. 639, Hdt.8.26 ;

    πεῖραν θανάτου π. καὶ ζωᾶς ἀναβάλλεσθαι Pi.N.9.29

    ;

    π. θανάτου φεύγειν Antipho 5.95

    ; but ἐρίσσαι π. μύθων contend about speaking, i. e. who can speak best, Il.15.284 ;

    καὶ ἀθανάτοισιν ἐρίζεσκον π. τόξων Od.8.225

    , cf. 24.515.
    2 with words which denote care or anxiety, about, on account of,

    π. Τρώων.. μερμηρίζειν Il.20.17

    ;

    ἄχος π. τινός Od.21.249

    ;

    φόνου π. βουλεύειν 16.234

    ;

    φροντίζειν π. τινός Hdt.8.36

    , etc.;

    κήδεσθαι π. τ. S.Ph. 621

    ;

    δεδιέναι π. τ. Pl.Prt. 320a

    , etc.;

    ἀπολογεῖσθαι π. τ. X.Cyr.2.2.13

    ; κρίνειν, διαγιγνώσκειν π. τ., Pi.N.5.40, Antipho 5.96; π. τ. ψηφίζεσθαι, διαψηφίζεσθαι, ψῆφον φέρειν, IG12.57.42, X.HG2.3.50, Lycurg.11 ;

    βουλεύεσθαι π. τῆς κοινῆς σωτηρίας Isoc.5.69

    ;

    π. Μεθωναίων IG12.57.49

    ; διανοεῖσθαι, σκοπεῖν π. τινός, Pl.Phdr. 270d, Phd. 65e;

    μαντεύεσθαι π. τ. Hdt.8.36

    , cf. S.Tr.77 ; π. πότου γοῦν ἐστί σοι; so with you it is a question of drink? Ar.Eq.87, cf. Plu.2.43b.
    3 with Verbs of hearing, knowing, speaking, etc., about, concerning,

    π. νόστου ἄκουσα Od.19.270

    ;

    οἶδα γὰρ εὖ π. κείνου 17.563

    ;

    π. πομπῆς μνησόμεθα 7.191

    ;

    π. πατρὸς ἐρέσθαι 1.135

    , 3.77 ; π. τινὸς ἐρέειν, λέγειν, λόγον ποιήσασθαι, etc., Hdt. 1.5, S.OT 707, X.Cyr.1.6.13, etc.;

    λέγειν καὶ ἀκούειν π. ἑκάστου Th.4.22

    , etc.;

    λόγος π. τινός Pl.Prt. 347b

    , etc.;

    ἡ π. τινὸς φήμη Aeschin.1.48

    ; π. τινὸς ἀγγεῖλαι, κηρῦξαι, S.El. 1111, Ant. 193 ; π. τινὸς διελθεῖν, διεξελθεῖν, διηγεῖσθαι, Isoc.9.2, Pl.Plt. 274b, Euthphr.6c, etc.;

    παίζειν π. τινός X.Mem.1.3.8

    ;

    ἐμπειροτέρως ἔχειν π. τινός Aeschin.1.82

    ;

    νόμον γράψαι π. τινός X.HG2.3.52

    , etc.;

    νόμῳ χρῆσθαι π. τινός S.Ant. 214

    .
    4 of impulse or motive rather than object, ἐμαρνάσθην ἔριδος πέρι fought for very enmity, Il.7.301, cf. 16.476, 20.253.
    5 about, in regard to,

    μεμηνυμένος π. τινός Th.6.53

    ;

    οὕτως ἔσχε π. τοῦ πρήγματος τούτου Hdt.1.117

    ;

    τὰ π. τῶν Πλαταιῶν γεγενημένα Th.2.6

    ;

    τὸ π. τούτου γεγονός Plb.1.54.5

    : in Prose freq. without a Verb,

    ἡ π. τῶν Μαντινικῶν πρᾶξις Th.6.88

    ; τὰ π. τινός the circumstances of.., ib.32, 8.14,26, etc. (cf. infr. C. 1.5); οὕτω δὴ καὶ π. τῶν ἀρετῶν (sc. ἔχει) Pl.Men. 72c, cf. R. 534b, 551c, etc.; π. τοῦ καταλειφθῆναι τὸν σῖτον as for reserving the corn, PMich.Zen.28.5 (iii B.C.): without the Art., ἀριθμοῦ πέρι as to number, Hdt.7.102; χρηστηρίων δὲ πέρι .. Id.2.54.
    III before, above, beyond, of superiority, chiefly in [dialect] Ep.,

    π. πάντων ἔμμεναι ἄλλων Il.1.287

    ;

    π. δ' ἄλλων φασὶ γενέσθαι 4.375

    ;

    τετιμῆσθαι π. πάντων 9.38

    ;

    ὃν π. πάσης τῖεν ὁμηλικίης 5.325

    ;

    ὃν.. π. πάντων φίλατο παίδων 20.304

    ;

    π. πάντων ἴδριες ἀνδρῶν Od.7.108

    ;

    κρατερὸς π. πάντων Il.21.566

    , cf. 1.417, Od.11.216: in this sense freq. divided from its gen., π. φρένας ἔμμεναι ἄλλων in understanding to be beyond them, Il.17.171, cf. 1.258, Od.1.66 ;

    π. μὲν εἶδος, π. δ' ἔργα τέτυκτο τῶν ἄλλων Δαναῶν Il.17.279

    ;

    π. μὲν κρατέεις, π. δ' αἴσυλα ῥέζεις ἀνδρῶν 21.214

    ;

    π. δ' ἔγχει Ἀχαιῶν φέρτατός ἐσσι 7.289

    , cf. Pi.O.6.50, Theoc. 25.119.—In this sense π. is sts. adverbial, and the gen. is absent, v. infr. E. II.
    IV in Hdt. and [dialect] Att. Prose, to denote value, ἡμῖν π. πολλοῦ ἐστι it is of much consequence, worth much, to us, Hdt.1. 120, cf. Antipho 6.3 ; π. πολλοῦ ποιεῖσθαί τινας to reckon them for, i.e. worth, much, Hdt.1.73, X.Mem.2.3.10, etc.; π. πλείονος, π. πλείστου ποιεῖσθαι, Id.An.7.7.44, Cyr.7.5.60 ;

    π. πλείστου ἡγεῖσθαι Th.2.89

    ;

    π. παντὸς ποιεῖσθαι X.Cyr.1.4.1

    ; π. ἐλάττονος ἡγούμενοι, π. οὐδενὸς ἡγήσασθαι, Lys.2.71,31.31.
    V [dialect] Aeol. περί and περ = ὑπέρ, στροῦθοι περὶ γᾶς.. δίννεντες πτέρα Sapph.1.10; περ κεφάλας prob. in Alc.93, cf. 18 ;

    περρ ἁπαλῶ στύματός σε πεδέρχομαι Theoc.29.25

    ; also Hellenistic, ὃ διέγραψε Προῖτος περί μου paid on my behalf, PCair. Zen.790.23 (iii B. C.), cf. UPZ57.12 (ii B. C.).
    B WITH DATIVE (in [dialect] Att. Prose mostly in signf. 11, esp. in Th.),
    I of Place, round about, around, of close-fitting dresses, armour, etc.,

    ἔνδυνε π. στήθεσσι χιτῶνα Il.10.21

    ;

    χιτῶνα π. χροῒ δῦνεν Od.15.60

    ;

    δύσετο τεύχεα καλὰ π. χροΐ Il.13.241

    ;

    ἕσσαντο π. χροῒ χαλκόν Od.24.467

    ;

    κνημῖδας.. π. κνήμῃσιν ἔθηκε Il.11.17

    ;

    βεβλήκει τελαμῶνα π. στήθεσσι 12.401

    : in Prose,

    π. τῇσι κεφαλῇσι εἶχον τιάρας Hdt.7.61

    ;

    θώρακα π. τοῖς στέρνοις ἔχειν X.Cyr.1.2.13

    ; οἱ στρεπτοὶ οἱ π. τῇ δέρῃ καὶ τὰ ψέλια π. ταῖς χερσί ib.1.3.2. ;

    π. τῇ χειρὶ δακτύλιον ὄντα Pl.R. 359e

    , etc.;

    χαλκὸς ἔλαμπε π. στήθεσσι Il.13.245

    ;

    χιτῶνα π. στήθεσσι δαΐξαι 2.416

    ;

    πήληξ.. κονάβησε π. κροτάφοισι 15.648

    ; in other relations, π. δ' ἔγχεϊ χεῖρα καμεῖται will grow weary by grasping the spear, 2.389 ;

    δράκων ἑλισσόμενος π. χειῇ 22.95

    ;

    κνίση ἑλισσομένη π. καπνῷ 1.317

    ;

    π. σταχύεσσιν ἐέρση 23.598

    ;

    μάρναντο π. Σκαιῇσι πύλῃσιν 18.453

    : rarely in Trag.,

    π. βρέτει πλεχθείς A.Eu. 259

    (lyr.);

    κεῖται νεκρὸς π. νεκρῷ S.Ant. 1240

    .
    2 in Poets, also, around a weapon, i. e. spitted upon it, transfixed by it,

    π. δουρὶ πεπαρμένη Il.21.577

    ;

    ἐρεικόμενος π. δουρί 13.441

    ;

    κυλινδόμενος π. χαλκῷ 8.86

    ;

    π. δουρὶ ἤσπαιρε 13.570

    ;

    πεπτῶτα π. ξίφει S.Aj. 828

    ;

    αἷμα ἐρωήσει π. δουρί Il.1.303

    .
    3 of a warrior standing over a dead comrade so as to defend him,

    ἀμφὶ δ' ἄρ' αὐτῷ βαῖν', ὥς τις π. πόρτακι μήτηρ 17.4

    ; ἑστήκει, ὥς τίς τε λέων π. οἷσι τέκεσσι ib. 133 ; Αἴας π. Πατρόκλῳ.. βεβήκει ib. 137, cf. 355 ;

    π. σκύμνοισι βεβηκώς Ar.Eq. 1039

    .
    II of an object for or about which one struggles (cf. supr. A. 11.1),

    π. οἷσι μαχειόμενος κτεάτεσσι Od.17.471

    ;

    μαχήσασθαι π. δαιτί 2.245

    ;

    π. παιδὶ μάχης πόνος Il.16.568

    ;

    ἄνδρα π. ᾗ πατρίδι μαρνάμενον Tyrt.10.2

    ;

    π. τοῖς φιλτάτοις κυβεύειν Pl.Prt. 314a

    ;

    π. τῇ Σικελίᾳ ἔσται ὁ ἀγών Th.6.34

    codd.;

    κινδυνεύειν π. αὑτῷ Antipho 5.6

    .
    2 with Verbs denoting care, anxiety, or the opposite (cf. supr. A. 11.2),

    π. γὰρ δίε ποιμένι λαῶν, μή τι πάθοι Il.5.566

    ;

    ἔδεισεν δὲ π. ξανθῷ Μενελάῳ 10.240

    , cf. 11.557;

    δεδιότες π. τῷ χωρίῳ Th.1.60

    , cf. 74, 119, Ar.Eq.27;

    θαρρεῖν π. τῇ ἑαυτοῦ ψυχῇ Pl.Phd. 114d

    , cf. Tht. 148c;

    π. πλέγματι γαθεῖ Theoc.1.54

    .
    3 generally, of the cause or occasion, on account of, by reason of, ἀτύζεσθαι π. καπνῷ, v.l. for ὑπὸ καπνοῦ in Il.8.183;

    μὴ π. Μαρδονίῳ πταίσῃ ἡ Ἑλλάς Hdt.9.101

    ;

    π. σφίσιν αὐτοῖς πταῖσαι Th.6.33

    ;

    π. αὑτῷ σφαλῆναι Id.1.69

    : in Poets, π. δείματι for fear, Pi.P.5.58 ; π. τιμᾷ in honour or praise, ib.2.59; π. τάρβει, π. φόβῳ, A.Pers. 696 (lyr.), Ch.35(lyr.);

    π. χάρματι h.Cer. 429

    :—but π. θυμῷ is f.l. in Hdt.3.50.
    C WITH ACCUSATIVE,
    I of Place, prop. of the object round about which motion takes place, π. βόθρον ἐφοίτων came flocking round the pit, Od.11.42 ;

    π. νεκρὸν ἤλασαν ἵππους Il.23.13

    ;

    π. τέρματα ἵπποι τρωχῶσι 22.162

    ; ἄστυ πέρι.. διώκειν ib. 173, 230 ;

    ἐρύσας π. σῆμα 24.16

    , cf. 51, etc.;

    π. φρένας ἤλυθ' ἰωή 10.139

    ;

    π. φρένας ἤλυθε οἶνος Od.9.362

    : also of extension round, ἑστάμεναι π. τοῖχον, π. βωμόν, Il.18.374, Od.13.187, etc.;

    λέξασθαι π. ἄστυ Il.8.519

    ;

    μάρνασθαι π. ἄ. 6.256

    , etc.;

    φυλάσσοντας π. μῆλα 12.303

    ; οἳ π. Πηνειὸν.. ναίεσκον, π. Δωδώνην.. οἰκί' ἔθεντο, 2.757, 750;

    σειρήν κεν π. ῥίον Οὐλύμποιο δησαίμην 8.25

    , cf. Od.18.67: in Prose,

    ἰκριῶσαι π. τὼ ἀγάλματε IG12.371.22

    ;

    φυλακὰς δεῖ π. τὸ στρατόπεδον εἶναι X.An. 5.1.9

    ; π. τὴν κρήνην εὕδειν somewhere near it, Pl.Phdr. 259a, cf. X.Cyr. 1.2.9;

    εἶναι π. τὸν λαγώ Id.Cyn.4.4

    ; π. λίθον πεσών upon it, Ar.Ach. 1180; π. αὑτὰ καταρρεῖν collapse upon themselves, D.2.10;

    ταραχθεῖσαι [αἱ νῆες] π. ἀλλήλας Th.7.23

    ; πλεῦνες π. ἕνα many to one, Hdt.7.103 ; π. τὸν ἄρξαντα.. τὸ ἀδίκημά ἐστι is imputable to him who.., Antipho 4.4.2 : freq. with a Subst. only, ἡ π. Λέσβον ναυμαχία the sea-fight off Lesbos, X.HG2.3.32 ;

    οἱ π. τὴν Ἔφεσον Pl.Tht. 179e

    ;

    στρατηγοὶ π. Πελοπόννησον IG12.324.18

    : strengthd.,

    π. τ' ἀμφί τε τάφρον Il.17.760

    ;

    π. τ' ἀμφί τε κύματα Hes.Th. 848

    ; cf. ἀμφί c. 1.2.
    2 of persons who are about one,

    ἔχειν τινὰ π. αὑτόν X.HG5.3.22

    ; esp. οἱ π. τινά a person's attendants, connexions, associates, or colleagues,

    οἱ π. τὸν Πείσανδρον πρέσβεις Th.8.63

    ; οἱ π. Ἡράκλειτον his school, Pl.Cra. 440c, cf. X.An.1.5.8, etc.; οἱ π. Ἀρχίαν πολέμαρχοι Archias and his colleagues, Id.HG5.4.2, cf. An.2.4.2, etc.; οἱ π. τινά so-and-so and his family, PGrenf.1.21.16 (ii B.C.), etc.; later οἱ π. τινά, periphr. for the person himself, οἱ π. Φαβρίκιον Fabricius, Plu.Pyrrh.20, cf. Tim.13, IGRom.3.883.14 (Tarsus, ii/iii A.D.); cf. ἀμφί C. 1.3.
    3 of the object about which one is occupied or concerned, π. δόρπα πονεῖσθαι, π. δεῖπνον πένεσθαι, Il.24.444, Od.4.624 (but π. τεύχε' ἕπουσι, tmesis for περιέπουσι, Il.15.555); later mostly εἶναι π. τι, Th.7.31, X.HG2.2.4;

    γενέσθαι Isoc.3.12

    ; π. γυναῖκας γενέσθαι Vett. Val.17.20;

    ὄντων ἡμῶν π. ταύτην τὴν πραγματείαν D.48.6

    ;

    διατρῖψαι π. τὴν θήραν X.Cyr.1.2.11

    , etc.: less freq.

    ἔχειν π. τινάς Id.HG7.4.28

    , Gal.15.442; in periphr. phrases, οἱ π. τὴν ποίησιν καὶ τοὺς λόγους ὄντες poets and orators, Isoc.12.35 ;

    οἱ π. τὴν φιλοσοφίαν ὄντες Id.9.8

    ; οἱ π. τὴν μουσικήν ib.4 ; οἱ π. τὰς τελετάς ministers of the mysteries, Pl.Phd. 69c ; ὁ π. τὸν ἵππον the groom, X. Eq.6.3; cf. ἀμφί C. 1.6.
    4 round or about a place, and so in,

    π. νῆσον ἀλώμενοι Od.4.368

    , cf. 90;

    ἐμέμηκον π. σηκούς 9.439

    ; ἃν π. ψυχὰν γάθησεν in his heart, Pi.P.4.122 ;

    χρονίζειν π. Αἴγυπτον Hdt.3.61

    , cf. 7.131;

    εὕροι ἄν τις [βασιλείας] π. τοὺς βαρβάρους Pl.R. 544d

    , etc.; οἱ

    π. Φωκίδα τόποι Plb.5.24.12

    , etc.
    5 about, in the case of, τὰ π. τὴν Αἴγυπτον γεγονότα, τὰ π. Μίλητον γενόμενα, Hdt.3.13, 6.26 ;

    εὐσεβεῖν π. θεούς Pl.Smp. 193a

    ;

    ἀσεβεῖν π. ξένους X.Cyr.5.2.10

    ;

    ἁμαρτάνειν π. τινάς Id.An.3.2.20

    ;

    ἀνήρ ἐστιν ἀγαθὸς π. τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων IG12.59.10

    ;

    ἄνδρ' ἀγαθὸν ὄντα Μαραθῶνι π. τὴν πόλιν Ar.Ach. 696

    ;

    τοιαύτην γνώμην ἔχειν π. τὸν πατέρα Lys.10.21

    ;

    οὐδεμία συμφορὴ.. ἔσται.. π. οἶκον τὸν σόν Hdt.8.102

    ; ποιέειν or πράττειν τι π. τινά, Id.1.158, Pl.Grg. 507a;

    τὰ π. Πρηξάσπεα πρηχθέντα Hdt.3.76

    ;

    καινοτομεῖν π. τὰ θεῖα Pl. Euthphr.3b

    ;

    π. θεοὺς μὴ σωφρονεῖν X.Mem.1.1.20

    ; σπουδάζειν π. τινά promote his cause, Isoc.1.10: without a Verb,

    αἱ π. τοὺς παῖδας συμφοραί X.Cyr.7.2.20

    ;

    ἡ π. αὑτὸν ἐπιμέλεια Isoc.9.2

    ;

    ἡ π. ἡμᾶς ἡνιόχησις Pl.Phdr. 246b

    : generally, of all relations, about, concerning, in respect of,

    π. μὲν τοὺς ἰχθύας οὕτως ἔχει Hdt.2.93

    , cf. 8.86;

    πονηρὸν π. τὸ σῶμα Pl.Prt. 313d

    ;

    ἀκόλαστος π. ταῦτα Aeschin.1.42

    ; γελοῖος π. τὰς διατριβάς ib.126 ;

    ξυνηνέχθη θόρυβος π. τὸν Ἀστύοχον Th.8.84

    ; as to (cf. A. 11.5),

    π. τὸ παρὸν πάθος Pl.Tht. 179c

    , cf. Phd. 65a : freq. in place of an Adj., ὄργανα ὅσα π. γεωργίαν, i.e. γεωργικά, Id.R. 370d ;

    οἱ νόμοι οἱ π. τοὺς γάμους Id.Cri. 50d

    ;

    αἱ π. τὰ μαθήματα ἡδοναί Id.Phlb. 51e

    ; also in place of a gen., οἱ π. Αυσίαν λόγοι the speeches of L., Id.Phdr. 279a; ἡ π. Φίλιππον τυραννίς the despotism of P., X.HG5.4.2 ;

    ἀκρασίας τῆς π. τὸν θυμόν Arist.EN 1149b19

    : in Prose, to denote circumstances connected with any person or thing, τὰ π. Κῦρον, τὰ π. Ἑλένην, τὰ π. Βάττον, Hdt.1.95, 2.113, 4.154 ; τὰ π. τὸν Ἄθων the works at Mount Athos, Id.7.37; τὰ π. τὰς ναῦς naval affairs, Th.1.13; τὰ π. τὴν ναυμαχίαν (v.l. for τῆς ναυμαχίας ) the events of.., Id.8.63;

    τὰ π. τὸν πόλεμον Pl.R. 468a

    ;

    τὰ π. τὸ σῶμα Id.Phdr. 246d

    ;

    τὰ π. τοὺς θεούς X.Cyr.8.1.23

    , etc.; cf. ἀμφί c.1.4.
    II of Time, π. λύχνων ἁφάς about the time of lamp-lighting, Hdt.7.215; π. μέσας νύκτας about midnight, X.An.1.7.1; π. πλήθουσαν ἀγοράν ib.2.1.7; π. ἡλίου δυσμάς ib.6.5.32 ;

    π. τούτους τοὺς χρόνους Th.3.89

    , etc.
    2 of round numbers, π. ἑβδομήκοντα about seventy, Id.1.54;

    π. ἑπτακοσίους X.HG2.4.5

    , etc.
    D Position: π. may follow its Subst., when it suffers anastrophe,

    ἄστυ πέρι Il.22.173

    ;

    ἔριδος πέρι 16.476

    : most freq. with gen.,

    τοῦδε πράγματος πέρι A.Eu. 630

    ;

    τῶνδε βουλεύειν πέρι Id.Th. 248

    , etc. (S. only once uses it before its gen., Aj. 150 (anap.)): in Prose,

    σφέων αὐτῶν πέρι Hdt.8.36

    ;

    σοφίας πέρι Pl.Phlb. 49a

    ;

    δικαίων τε πέρι καὶ ἀδίκων Id.Grg. 455a

    , etc.;

    γραμμάτων εἴπομεν ὡς οὐχ ἱκανῶς ἔχεις πέρι Id.Lg. 809e

    , cf. Ap. 19c.
    E περί abs., as ADV., around, about, also, near, by, freq. in Hom.,

    γέλασσε δὲ πᾶσα π. χθών Il.19.362

    , al.: strengthd.,

    περί τ' ἀμφί τε κάλλος ἄητο

    round about,

    h.Cer.276

    , cf. Call.Hec.1.1.13.
    2 π. does not suffer anastrophe in the [dialect] Ep. phrase π. κῆρι right heartily,

    π. κῆρι φίλησε Il.13.430

    , etc. ( κῆρι φιλεῖν alone, 9.117);

    ἀπέχθωνται π. κῆρι 4.53

    ; π. κῆρι τιέσκετο ib.46, cf. Od.5.36, 7.69;

    π. κῆρι.. ἐχολώθη Il.13.206

    ; also

    π. φρεσὶν ἄσπετος ἀλκή 16.157

    ;

    π. φρεσὶν αἴσιμα ᾔδη Od.14.433

    ;

    ἀλύσσοντες π. θυμῷ Il.22.70

    , cf. Od.14.146;

    π. σθένεϊ Il.17.22

    .
    4 περὶ κάτω bottom upwards,

    δῖνος π. κάτω τετραμμένος Stratt.34

    , cf. Phot.;

    τὴν κόγχην στρέψας π. τὰ κάτω Ael.NA9.34

    .
    F IN COMPOS. all its chief senses recur, esp.
    I extension in all directions as from a centre, all round, as in περιβάλλω, περιβλέπω, περιέχω.
    II completion of an orbit and return to the same point, about, as in περιάγω, περιβαίνω, περίειμι ( εἶμι ibo), περιέρχομαι, περιστρέφω.
    III a going over or beyond, above, before, as in περιβαίνω III, περιβάλλω v, περιγίγνομαι, περιεργάζομαι, περιτοξεύω.
    IV generally, a strengthening of the simple notion, beyond measure, very, exceedingly, as in περικαλλής, περίκηλος, περιδείδω, like Lat. per-.
    V the notion of double-ness which belongs to ἀμφί is found in only one poetic compd., περιδέξιος (q.v.).
    G PROSODY: περί never suffers elision in Il. or Od. (

    περ' ἰγνύσι h.Merc. 152

    ); once in Hes.,

    περίαχε Th. 678

    (cf. Q.S.3.601, 11.382), v. ἰάχω fin.;

    περ' ἰγνύῃσι Theoc.25.242

    ;

    περ' Ἠδάλιον Inscr.Cypr. 135.27

    H.; also in Pi.,

    περάπτων P.3.52

    ;

    περόδοις N.11.40

    ;

    περιδαῖος Fr. 154

    ;

    περ' αὐτᾶς P.4.265

    ;

    ταύτας περ' ἀτλάτου πάθας O.6.38

    : not in Trag. (περεβάλοντο, περεσκήνωσεν are ff. ll. in A.Ag. 1147, Eu. 634); in Com. and codd. of Prose writers only in part. of περίειμι ( εἶμι ibo) (q. v.):—π. stands before a word beginning with a vowel in Com., περὶ Ἀθηνῶν, περὶ ἐμοῦ, Ar.Eq. 1005 sq.:—[dialect] Aeol. περρ metri gr., v. A. 5.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > περί

  • 3 συνάγω

    συνάγω [pron. full] [ᾰ], [tense] impf. συνῆγον, [dialect] Dor.
    A

    - ᾶγον A.Th. 756

    (lyr.), prob. in E.IA 290 (lyr.), [dialect] Ep.

    σύνᾰγον Il.14.448

    : [tense] fut. συνάξω: [tense] aor. 1 συνῆξα, [dialect] Dor.

    - ᾶξα GDI1772

    ,1791 (Delph., ii B.C.); inf. συνάξαι v.l. in Ev.Luc. 3.17; part. συνάξας f.l. for συννάξας in Hdt.7.60: but the regul. [tense] aor. is συνήγαγον: [dialect] Att. [tense] pf.

    συνῆχα X.Mem.4.2.8

    ;

    συναγήοχα Arist.Oec. 1346a28

    (v.l. -γιοχ-, -γιωχ-, γειοχ-), Dsc.1.68, Iamb.VP35.254, etc.; [dialect] Dor.

    συναγάγοχα Test.Epict.3.12

    : [tense] pf. [voice] Pass. συνῆγμαι, [dialect] Dor.

    - ᾶγμαι Ti.Locr.101b

    .--Old [dialect] Att. [full] ξυνάγω, which Hom. also uses metri gr.:—bring together, gather together:
    I of persons, animals, etc., ἡ δὲ ξυνάγουσα γεραιὰς νηόν.. to the temple, Il.6.87, cf. Hdt.2.111, 3.150, etc.;

    ἐς ἕνα Χῶρον σ. μυριάδα ἀνθρώπων Id.7.60

    ;

    ἔνθα ποτ' Ὀρφεὺς σύναγεν δένδρεα μούσαις, σύναγεν θῆρας E.Ba. 563

    (lyr.); ποίμνας Ὀλύμπου ς. S.Fr. 522; Ἕλληνας εἰς ἓν καὶ Φρύγας ς. E.Or. 1640, cf. Ar.Lys. 585 (anap.); σ. ἐς ὀλίγον crowd them into a narrow compass, Th.2.84;

    σ. εἰς ταὐτόν Pl.Phdr. 256c

    , cf. Tht. 194b; εἰς ἕν, εἰς μίαν ἀρχήν, Arist.Pol. 1280b13, 1299b13; much like συνοικίζω, ib. 1285b7.
    2 bring together for deliberation or festivity,

    βουλήν Batr.134

    ;

    δικαστήριον Hdt.6.85

    ;

    τοὺς στρατηγούς Id.8.59

    ;

    ἐκκλησίαν τινὸς ἕνεκα Th.2.60

    ; ἔς τι, περί τινος, Id.1.120, X.HG7.1.27;

    οἱ νόμοι σ. ὑμᾶς, ἵνα.. D.19.1

    ;

    τὴν βουλὴν καὶ τὸν δῆμον Arist.Ath.43.3

    ; σ. πανηγύρεις, ἑταιρείας, συσσίτια, etc., Isoc.4.1,79, Pl.R. 365d, Lg. 625e, etc.;

    σ. ἔρανον Μηνὶ Τυράννῳ IG3.74.21

    , cf. GDI1772, 1791 (Delph., ii B.C.):—[voice] Pass.,

    πανήγυρις.. συναγομένη SIG888.129

    (Scaptopara, iii A.D.): abs., hold a club dinner or meeting, Thphr.Char.30.18, and so perh. OGI130.5 (Egypt, ii B.C.);

    σ. ἀπὸ συμβολῶν Diph.43.28

    ;

    ἔλεγον συνάγειν τὸ μετ' ἀλλήλων πίνειν Ath.8.365c

    , cf. Sophil.4.2, Men.158, Hsch.; νυνὶ.. συνάγουσι they are at dinner, Men.Epit. 195.
    3 in hostile sense, ξ. Ἄρηα, ἔριδα Ἄρηος, ὑσμίνην, join battle, begin the battle-strife, etc., Il.2.381, 5.861, 14.448, al.; πόλεμον ς. Isoc.4.84.
    b match, pit two warriors one against the other, A.Th. 508: hence intr., ἐς μέσσον ς. engage in fight, Theoc.22.82;

    σ. τινί Plb.11.18.4

    ;

    εἰς Χεῖρας Plu.Publ.9

    .
    c collect or levy soldiers, X.HG 3.1.5, etc.; collect slaves for work, PMich.Zen.62.15 (iii B.C.).
    4 bring together, join in one, unite,

    ἄμφω ἐς φιλότητα h.Merc. 507

    ;

    παράνοια σ. νυμφίους φρενώλεις A.Th. 756

    (lyr.); τὸ κακὸν σέ τε κἀμὲ ς. E. Hel. 644 (lyr.), cf. Ar.Ach. 991 (lyr.);

    ἀνθρώπους εἰς κηδείαν X.Mem.2.6.36

    ; γυναῖκα καὶ ἄνδρα, of Isis, IG12(5).14.20 (Ios, iii A.D.): hence γάμους ς. contract marriages, X.Smp.4.64.
    5 bring together, make friends of, reconcile, Emp. ap. Arist.Metaph. 1000b11, D.58.42, 59.45; bring persons together in works of fiction,

    Κρέοντα καὶ Τειρεσίαν Pl. Ep. 311b

    .
    6 σ. ἑαυτόν collect oneself, Plu.Phil.20.
    7 lead with one, receive,

    σ. εἰς τὸν οἶκον LXX 2 Ki.11.27

    , cf. Jd.19.15;

    ξένος ἤμην καὶ συνηγάγετέ με

    gave hospitality to..,

    Ev.Matt.25.35

    :—[voice] Pass., Act.Ap.11.26.
    II of things,

    σύναγεν νεφέλας Od.5.291

    , cf. Thphr.Vent.42;

    ἵνα οἱ σὺν φόρτον ἄγοιμι Od.14.296

    ;

    κήρυκες ὅρκια πιστὰ θεῶν σύναγον Il.3.269

    ;

    τὰ Χρήματα ἐκ τῶν ἀγρῶν X.An.6.2.8

    ; τὸ ἔλαιον ἐν ἀγγείοις interpol. in Hdt.6.119;

    τὰς εἰσφοράς Arist.Pol. 1314b15

    , cf. PHib.1.157 (iii B.C.), PCair.Zen.315.1 (iii B.C.), etc.;

    καρπόν Plb.12.2.5

    ;

    κόγχον καὶ κύαμον Crates Theb.7

    ; τρυγᾶν καὶ ς. PRev.Laws 24.14 (iii B.C.); τὴν μήκωνα ς. Sammelb. 4305 (iii B.C.);

    σ. εἰς μίαν γωνίαν τὸ ἀποκτένισμα τοῦ στιππύου PCair.Zen.176.41

    (iii B.C.);

    συναγαγεῖν καὶ συναθροῖσαι τὸ θερμόν Thphr.Ign.17

    ;

    εἰς ἀποθήκας Ev.Matt.6.26

    ;

    κοινὸν σ. τὸν βίον Pl.Plt. 311c

    ;

    σ. ἐκ δικαίων τὸν βίον Men.Mon. 196

    ; of an artist,

    σ. τὰ κάλλιστα ἐκ πολλῶν X. Mem.3.10.2

    , cf. Pl.R. 488a.
    b of a historical writer,

    σ. τὰς πράξεις Isoc.12.252

    , 15.45; συνηγμένος concise in speech, D.L.4.33; of an anthologist, ὅλας ῥήσεις εἰς ταὐτὸν ς. Pl.Lg. 811a; σ. εἰς ταὐτὸν τὰ κάλλιστα τοῖς αἰσχίστοις jumble together, identify, Aeschin.2.145, cf. Pl.Sph. 251d;

    Σειληνὸν καὶ Μαρσύαν.. εἰς ἕν Str.10.3.14

    .
    2 draw together, so as to make the extremities meet, τὰ κέρεα (of an army) Hdt.6.113; Αἴας δὲ.. δεξιὸν κέρας πρὸς τὸ λαιὸν (dub. l.)

    ξυνᾶγε E.IA 290

    (lyr.);

    σ. ἐς τετράγωνον τάξιν τοὺς ὁπλίτας Th.4.125

    , cf. 1.63, etc.; σ. τὰ τέρματα, of two rivers which gradually approach one another, Hdt.4.52; σ. ἑαυτόν, of a snake, Arist.HA 594a19; σ. τοὺς πόρους, of a styptic, Thphr.Od.36; σ. τὰν ἁφάν, τὰν γεῦσιν, Ti.Locr. 101c; συναγμένα [φωνά] ib. 101b.
    b draw together, narrow, contract, [ τὴν διώρυχα] Hdt.7.23; πρῴρην ς. bring it to a point, Id.1.194; τὸν.. Χρόνον ὡς εἰς μικρότατον ς. D.Prooem.36;

    τὴν πόλιν Plb.5.93.5

    , etc.;

    ἐκ μεγάλας δαπάνας εἰς μικρόν IG12(2).645

    a.16 (Nesos, iv B.C.):—[voice] Pass.,

    συνάγεται καὶ διοίγεται ὁ φάρυγξ Arist.PA 664b25

    ;

    εἰς ὀξὺ συνῆχθαι Id.HA 496a19

    ;

    εἰς μικρόν Id.Mete. 354a7

    , Democr. ap. Thphr.Ign.52; εἰς στενόν Didym. ap. Ath.11.477f;

    ποτήριον συνηγμένον εἰς μέσον Callix.3

    ; συνῆκται ἡ κοιλία is pinched in, drawn in, Archig. ap. Aët.6.3;

    ἐπὶ στενὸν συνάγεται τὸ στόμιον Sor.1.9

    .
    c

    σ. τὰς ὀφρῦς S.Fr. 1121

    , Ar.Nu. 582 (troch.), Antiph.218.2;

    ἐπισκύνιον Ar.Ra. 823

    (lyr.);

    τὰ ὄμματα Arist.Pr. 958a21

    ; σ. τὰ βλέφαρα close the eyelids, ib.38, Gal.18(2).62; but σ. τὰ ὦτα prick the ears, of dogs, X.Cyn.3.5, cf. Ar.Eq. 1348;

    τὰ σκέλη πρὸς ἄλληλα Sor.1.101

    , cf. 2.61 ([voice] Pass.), Diocl.Fr.141.
    d metaph.,

    σ. τινὰς ἐς κίνδυνον ἔσχατον App.Hann.60

    ; συνάγεσθαι to be straitened, afflicted, λιμῷ, σιτοδείᾳ, Plb.1.18.7,10; συνάγεσθαι τοῖς Χαρακτῆρσι to become pinched in its features, Sor.1.108; but πεφυκότος τοῦ θερμοῦ συνάγειν καὶ τονοῦν τὴν γαστέρα pull the stomach together, Gal.15.195; τὰ στύφοντα ἐδέσματα σ. καὶ σφίγγει τὰ σώματα ib.462, cf. 6.90, al.
    3 conclude from premisses, infer, prove, Arist.Rh. 1357a8, 1395b25, Metaph. 1042a3, Pol. 1299b12, Phld.Sign.12, al.;

    σ. ὅτι.. Arist.Rh. 1377b6

    , cf. A.D. Conj.249.7: c. inf., Luc.Hist.Conscr.16: c. gen. abs., σ. ὥς τινος γενομένου form a conclusion of his having been.., Arist.Pol. 1274a25; συνάγοντες λόγοι cogent arguments, Stoic.2.77, Arr.Epict.1.7.12: also, sum up numbers, D.H.4.6, Ptol.Alm.9.10, Dioph.3.6, al.; also, obtain them by multiplication, ὁ συνηγμένος [ἀριθμὸς] ἐκ τῶν κβ καὶ πθ the product.., Aristarch.Sam.13, cf. Papp.22.7, Paul.Al.K.1; of division, give a quotient, Dioph.2.9; of an integer, yield a fraction (9 = 72/8), ib.12; of any calculation, yield a result, Id.1.25, al. ([voice] Pass.).
    5 bring about,

    τὸ τέλος τῆς νίκης App.BC1.101

    ; also σ. τι εἰς τέλος ib.5.145.

    Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό) > συνάγω

См. также в других словарях:

  • τέρμα — το, ΝΜΑ 1. το τελικό σημείο ή όριο χώρου ή χρόνου στο οποίο καταλήγει κανείς ή περατώνεται κάτι, τέλος, πέρας (α. «τέρμα οδού» β. «τέρμα τού καλοκαιριού» γ. «οἶσθα γὰρ εὖ περί τέρμαθ ἑλισσέμεν», Ομ. Ιλ. δ. «τέρμα κελεύθου διαμειψάμενος», Αισχύλ.… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»